- αλπινιστής
- alpiniste
Ελληνικό-Γαλλικό λεξικό. 2015.
Ελληνικό-Γαλλικό λεξικό. 2015.
αλπινιστής — ο (θηλ. ίστρια) 1. αυτός που επιδίδεται στον αλπινισμό, ο ορειβάτης 2. στη στρατιωτική γλώσσα στον πληθυντικό αλπινιστές. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στα Ελληνικά τού γαλλ. alpiniste] … Dictionary of Greek
αλπινιστής — ο θηλ. ίστρια ορειβάτης: Ο ιταλικός στρατός έχει σώμα αλπινιστών … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
αλπαναβάτης — ο αυτός που ανεβαίνει στις Άλπεις, αλπινιστής. [ΕΤΥΜΟΛ. < Άλπεις + αναβάτης] … Dictionary of Greek
ορειβάτης — ο, θηλ. ορειβάτις και ορειβάτισσα (ΑΜ ὀρειβάτης, Α και ὀρειβάτης και ὀρεοβάτης και ὀριβάτης καί ὀρεσσιβάτης, ποιητ. τ. οὐριβάτας, Μ θηλ. ὀρειβάτις, ιδος) νεοελλ. αυτός που επιδίδεται στην ορειβασία, αλπινιστής μσν. αρχ. αυτός που περιπλανιέται… … Dictionary of Greek
Πάγερ, Γιούλιους φον- — (Payer, Σέναου, Βοημία [σημερινό Τέπλιτσε Σάνοφ] 1842 – Φέλντες [σημερινό Μπλεντ] Καρνιόλη 1915). Aυστριακός εξερευνητής. Μανιώδης αλπινιστής, επιχείρησε πολλές αναβάσεις (όπως στην κορυφή του Ανταμέλο το 1864 κ.α.). Ως αξιωματικός του… … Dictionary of Greek